Vârciorova, 1939 - Ρέσιτσα, 2013
Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της πόλης Τιμισοάρα. Μετά την αποφοίτησή του εγκαταστάθηκε στην πόλη Ρέσιτσα. Από το 1972 ήταν μέλος της Ένωσης Εικαστικών Καλλιτεχνών Ρουμανίας. Είχε, επίσης, εργαστεί και σε μνημειακή κλίμακα φιλοτεχνώντας τοιχογραφίες στις πόλεις Ρέσιτσα και Μεχαντία.
Ήταν ένας από τους πιο γνωστούς ζωγράφους της Ρουμανίας, κυρίαρχη φυσιογνωμία στην καλλιτεχνική σκηνή της επαρχίας Βανάτο. Για δεκαετίες ήταν γνωστός για τις μονοχρωματικούς, γκρίζους πίνακές του. Τα τελευταία χρόνια και μετά από μια πάρεση που τον άφησε να δουλεύει μόνο με ένα χέρι, στράφηκε με νέα δυναμική στο χρώμα και φιλοτέχνησε εντυπωσιακές, πολύχρωμες εξπρεσιονιστικές συνθέσεις. Παραστατικός ζωγράφος, φιλοτέχνησε κυρίως τοπία της ρουμανικής υπαίθρου αλλά και απόψεις χωριών (ελαιοτριβεία, αποθήκες κ.λπ.), αποτυπώνοντας έναν κόσμο που χάνεται.
Είχε λάβει μέρος σε πολλές κρατικές εκθέσεις στη Ρουμανία (όπως το Επαρχιακό Σαλόν της Ρέσιτσα, 1974, τα Σαλόν της Τιμισοάρα, 1979-1994, τα Εθνικά Σαλόν Βουκουρεστίου, 1979-1988 κ.α.). Είχε τιμηθεί με το α΄ βραβείο τοπιογραφίας στην Εθνική Επαγγελματική Έκθεση Τεχνών της Κωστάντζας (1988) και με το Μεγάλο Βραβείο στο Σαλόν της Ρέσιτσα (1997). Είχε εκθέσει σε ομαδικές εκθέσεις στη χώρα του και στο εξωτερικό (Ουγγαρία, Μολδαβία, Γερμανία κ.α.), και είχε συμμετάσχει σε διεθνή συμπόσια ζωγραφικής. Ατομικές εκθέσεις του είχαν φιλοξενηθεί στη Ρέσιτσα, το Καρανσέμπες και άλλες ρουμανικές πόλεις, καθώς και στο Ντούισμπουργκ (Γερμανία). Η τελευταία του ατομική πραγματοποιήθηκε το 2013 στο Μουσείο Banatul Montan της Ρέσιτσα, σε συνεργασία με την κόρη του, Ioana Cojocariu, εικαστική δημιουργό που ζει μόνιμα στη Σουηδία. Στον ίδιο χώρο, το 2023 και στο πλαίσιο του 10ου διεθνούς φεστιβάλ Sabin Pautza, εκτέθηκαν έργα του σε ομαδική έκθεση.



